Κάταγμα ωλεκράνου

Τι είναι το κάταγμα ωλεκράνου;

Το κάταγμα ωλεκράνου αφορά τραυματισμό στο εγγύς άκρο της ωλένης, συγκεκριμένα στον οστέινο σχηματισμό που αποτελεί το οπίσθιο τμήμα της άρθρωσης του αγκώνα. Το ωλέκρανο αντιστοιχεί στην οστική προβολή που είναι ψηλαφητή στην οπίσθια επιφάνεια του αγκώνα και αποτελεί σημείο κατάφυσης του τρικεφάλου βραχιονίου μυός. Η κάκωση παρατηρείται συχνότερα σε ηλικιωμένα άτομα μετά από πτώση ή σε νεαρούς ενήλικες μετά από αθλητικούς τραυματισμούς ή τροχαία ατυχήματα.

Λίγα λόγια για τον αγκώνα

Ο αγκώνας αποτελεί μια σύνθετη αρθρική δομή που σχηματίζεται από τρία οστά: του βραχιονίου, της κερκίδας και της ωλένης.

Το ωλέκρανο αποτελεί το κύριο μορφολογικό και λειτουργικό στοιχείο της οπίσθιας επιφάνειας της άρθρωσης του αγκώνα. Συνιστά το σημείο κατάφυσης του τένοντα του τρικεφάλου βραχιονίου μυός. Η συγκεκριμένη ανατομική διάταξη προσδίδει στο ωλέκρανο σημαντικό μηχανικό πλεονέκτημα, καθιστώντας το βασικό στοιχείο στη μεταφορά και ρύθμιση των δυνάμεων που ασκούνται στην οπίσθια επιφάνεια του αγκώνα.

Λόγω της επιφανειακής του θέσης, χωρίς επαρκή προστασία από μυϊκές ή μαλακές δομές, το ωλέκρανο είναι ιδιαίτερα επιρρεπές σε άμεσες κακώσεις ή πτώσεις, οι οποίες μπορούν να οδηγήσουν σε κάταγμα.

Η ανατομική και λειτουργική σημασία του ωλέκρανου για τη σταθερότητα και κινητικότητα της άρθρωσης του αγκώνα.

Επομένως, τα κατάγματά του είναι κλινικά σημαντικά. Ειδικότερα, εξαιτίας τους μπορεί να επηρεαστεί η ευθυγράμμιση των αρθρικών επιφανειών και να περιοριστεί η φυσιολογική λειτουργικότητα του άνω άκρου.

Ποιος είναι ο μηχανισμός πρόκλησης των καταγμάτων ωλεκράνου;

Ο μηχανισμός πρόκλησης του κατάγματος ωλεκράνου αποδίδεται είτε σε άμεσο τραυματισμό του αγκώνα είτε σε έμμεση καταπόνηση του οστού. Στην πρώτη περίπτωση, το κάταγμα προκαλείται ύστερα από πρόσκρουση στην οπίσθια επιφάνεια του αγκώνα, όπως κατά τη πτώση επί λυγισμένου άκρου. Σε αυτή την περίπτωση προκαλείται συνήθως εγκάρσιο ή συντριπτικού τύπου κάταγμα.

Αντιθέτως, στον έμμεσο μηχανισμό κάκωσης, η βλάβη προκύπτει κατά την πτώση με το άνω άκρο σε έκταση. Ο έμμεσος μηχανισμός παρατηρείται συχνότερα σε νεότερους και δραστήριους ασθενείς, ενώ τα άμεσα κατάγματα απαντώνται κυρίως σε ηλικιωμένα άτομα, συνήθως κατόπιν πτώσης στο έδαφος.

Με ποια συμπτώματα εκδηλώνονται το κάταγμα ωλεκράνου;

Τα κύρια συμπτώματα του κατάγματος ωλεκράνου είναι τα εξής:

  • Έντονος και ξαφνικός πόνος στην περιοχή του αγκώνα, ο οποίος επιδεινώνεται με την κίνηση.
  • Οίδημα (πρήξιμο) στην περιοχή του αγκώνα.
  • Ευαισθησία και πόνος στην αφή του τραυματισμένου σημείου.
  • Περιορισμένο εύρος κίνησης στον αγκώνα, δυσκολία ή αδυναμία στην έκταση ή κάμψη του χεριού.
  • Εκχύμωση (μελανιά) γύρω από την περιοχή του κατάγματος.
  • Αίσθημα αστάθειας της άρθρωσης του αγκώνα.
  • Σε περιπτώσεις όπου το κάταγμα συνοδεύεται από εξάρθρωση της κεφαλής της κερκίδας, μπορεί να εμφανιστεί παραμόρφωση της άρθρωσης.
  • Νευρολογικά συμπτώματα όπως μούδιασμα σε ένα ή περισσότερα δάκτυλα, ιδιαίτερα στο 4ο και 5ο δάκτυλο, λόγω πιθανής νευρικής βλάβης.

Πώς πραγματοποιείται η διάγνωση;

Η διάγνωση του κατάγματος ωλεκράνου βασίζεται στον συνδυασμό της κλινικής εξέτασης και της απεικονιστικής διερεύνησης. Κατά την κλινική εξέταση, ο ασθενής παρουσιάζει πόνο, οίδημα, ευαισθησία και παραμόρφωση στην οπίσθια επιφάνεια του αγκώνα.

Η ακτινογραφία αγκώνα σε προσθιοπίσθια και πλάγια λήψη αποτελεί την εξέταση εκλογής, επιτρέποντας τον καθορισμό του τύπου, της εντόπισης και του βαθμού παρεκτόπισης του κατάγματος.

Σε πιο σύνθετες ή συντριπτικές κακώσεις, μπορεί να απαιτηθεί αξονική τομογραφία (CT). Η αξονική συμβάλλει στη λεπτομερέστερη απεικόνιση των αρθρικών επιφανειών και τον προεγχειρητικό σχεδιασμό.

Η έγκαιρη και ακριβής διάγνωση είναι κρίσιμη, καθώς καθορίζει τη θεραπευτική προσέγγιση και συμβάλλει στην αποκατάσταση της λειτουργικότητας του αγκώνα.

Κάταγμα ωλεκράνου & Αντιμετώπιση

Η αντιμετώπιση των καταγμάτων του ωλεκράνου καθορίζεται από:

  • τον τύπο του κατάγματος.
  • τον βαθμό παρεκτόπισης των οστικών τεμαχίων.
  • την παρουσία ή μη συνοδών κακώσεων της άρθρωσης του αγκώνα.
  • την ηλικία και τις λειτουργικές ανάγκες του ασθενούς.

Γενικά, τα κατάγματα ωλεκράνου αντιμετωπίζονται κατά βάση με χειρουργική επέμβαση.

Μόνο σε υπερήλικες ασθενείς και σε εντελώς απαρεκτόπιστα κατάγματα μπορεί να συζητηθεί η συντηρητική αντιμετώπιση.

Στο πρόγραμμα φυσικοθεραπείας δίνεται έμφαση στην αποκατάσταση του εύρους κίνησης και της μυϊκής ισχύος του άκρου.

Στην πλειοψηφία τα κατάγματα ωλεκράνου απαιτούν χειρουργική αποκατάσταση με ανοικτή ανάταξη και εσωτερική οστεοσύνθεση.

Οι συνηθέστερες τεχνικές περιλαμβάνουν:

  • Οστεοσύνθεση με ταινία ελκυσμού: Εφαρμόζεται κυρίως σε εγκάρσια ή απλά κατάγματα. Χρησιμοποιούνται  δύο παράλληλες βελόνες Kirschner σε συνδυασμό με σύρμα, ώστε οι ελκτικές δυνάμεις να μετατρέπονται σε συμπιεστικές κατά τη διάρκεια της κίνησης.
  • Οστεοσύνθεση με πλάκα και κοχλίες: Ενδείκνυται σε λοξά, συντριπτικά ή ενδοαρθρικά κατάγματα, καθώς και σε περιπτώσεις όπου συνυπάρχουν εξαρθρήματα ή πολλαπλές καταστροφές της αρθρικής επιφάνειας. Οι ειδικές πλάκες παρέχουν αυξημένη σταθερότητα και επιτρέπουν την πρώιμη κινητοποίηση.

Εάν εμφανίζετε κάποια ενόχληση στον αγκώνα , θα πρέπει να επικοινωνήσετε με έναν έμπειρο Ορθοπαιδικό. Ο  Ορθοπαιδικός Χειρουργός Νίκος Βέργαδος είναι εξαιρετικά έμπειρος στην αντιμετώπιση των καταγμάτων άνω άκρων και ειδικότερα στα κατάγματα ωλεκράνου . Επικοινωνήστε μαζί μας, για να κλείσετε το ραντεβού σας.

ΚΑΛΕΣΤΕ ΜΑΣ
ΚΛΕΙΣΤΕ ΡΑΝΤΕΒΟΥ